γρύλλος

γρύλλος, ,
A = γρυλλισμός, Phryn.PSp.58 B.; performer in such a dance, ibid.
2 comic figure, caricature, in painting, Plin.HN35.114.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γρύλλος — performer in such a dance masc nom sg γρῦλος pig masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γρύλλος — I Μυθολογικό πρόσωπο. Ένας από τους συντρόφους του Οδυσσέα, που μεταμορφώθηκε σε χοίρο από την Κίρκη και αρνήθηκε έπειτα να επιστρέψει στην ανθρώπινη μορφή του. II Όνομα ιστορικών προσώπων. 1. Ο πατέρας του Αθηναίου ιστορικού Ξενοφώντα (4ος αι. π …   Dictionary of Greek

  • γρύλλε — γρύλλος performer in such a dance masc voc sg γρῦλος pig masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γρύλλον — γρύλλος performer in such a dance masc acc sg γρῦλος pig masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γρύλλου — γρύλλος performer in such a dance masc gen sg γρῦλος pig masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γρύλλους — γρύλλος performer in such a dance masc acc pl γρῦλος pig masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γρύλλῳ — γρύλλος performer in such a dance masc dat sg γρῦλος pig masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τριζόνι — Bλ. λ. γρύλλος. * * * το, Ν ζωολ. (κν. ονομ.) το έντομο γρύλλος. [ΕΤΥΜΟΛ. < τρίζω + κατάλ. όνι, κατά τα ον. τρυγόνι, αηδόνι κ.ά.] …   Dictionary of Greek

  • αρθρόποδα — Φύλο ασπόνδυλων που ονομάζονται έτσι επειδή έχουν αρθρωτά πόδια. Στην πραγματικότητα όχι μόνο τα πόδια, αλλά ολόκληρο το σώμα τους αποτελείται από διάφορα τμήματα (άρθρα) που συνδέονται μεταξύ τους με αρθρώσεις ποικίλου σχήματος και κινητικότητας …   Dictionary of Greek

  • Grylos — also Gryllos, Grilos and Grillos (Greek: Γρύλλος) is a small village in the municipality of Skillounta, Ilia Prefecture, Greece. Its 2001 population was 563 for the village.ettlement*Chani GryllouNearest places*Vrina, westPopulationLocation and… …   Wikipedia

  • ГРИЛЛ —    • Gryllus,          Γρύλλος, 1 ) отец историка Ксенофонта;        2. сын Ксенофонта, павший, храбро сражаясь во вспомогательном афинском войске в битве при Мантинее; афиняне славили его за то, что он будто бы нанес смертельную рану Эпаминонду …   Реальный словарь классических древностей

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.